Ο ΠροπΑπΠος μου

Γιώργος ΚοντογιΑννης

 

 

Ι.Γ. Κοντογιάννης

Αθήνα, Αύγουστος 2001

 

Η οικογένειά μου των Κοντογιανναίων κατάγεται από μια μεγάλη και ένδοξη γενιά. Πολλοί απτους Κοντογιανναίους αγωνίστηκαν και τιμήθηκαν στην Ελληνική Eπανάσταση του 1821. Ένα μέρος της ιστορίας και της δράσης της οικογενειάς μας έχει καταγραφεί στο βιβλίο του Π. Κοντογιάννη, στρατηγού του Ελληνικού Στρατού, γραμμένο το 1924.

 

Με το τέλος του πολυετούς απελευθερωτικού αγώνα, η οικογένεια χωρίστηκε σε δύο μέρη. Το μεν πρώτο αποτελούνταν από υψηλόβαθμους στρατιωτικούς, το δε άλλο από ληστές που έζησαν για πολλά χρόνια στην παρανομία. Ο τελευταίος ληστής της οικογένειας ήταν ο προπάππος μου Γιώργος Κοντογιάννης. Παρά την προφανώς μεγάλη διαφορά τους με τους ληστές, οι στρατιωτικοί διατηρούσαν μεγάλη εκτίμηση, ίσως και θαυμασμό, για τους ληστές συγγενείς τους. Κι αυτό ίσως εν πολλοίς  οφειλόταν στο γεγονός ότι, αν και παράνομοι, διατηρούσαν έντονα δημοκρατικά και φιλελεύθερα αισθήματα. Αισθήματα όμως που, όπως θα διηγηθώ παρακάτω, έφταναν μερικές φορές στα όρια μιας βαθιά αντιεξουσιαστικής αντίληψης.

 

Προς το τέλος του βιβλίου του, ο Π. Κοντογιάννης γράφει:

 

[] είχον αποφασίσει να μη προτάξω ποτέ εν τη στρατιωτική μου σταδιοδρομία τούς προγονικούς μου τίτλους. Τούτο καί έπραξα πράγματι μέχρις υπερβολής, μέχρι σχεδόν λήθης [].

 

Τάς ολίγας ταύτας σελίδας έγραψα πρός εξαγνισμόν της μακράς περί αυτών σιωπής μου, μή παύσαντος όμως να φρονώ, ότι η ευγενής καταγωγή είναι προσόν αναμφισβήτητον, χωρίς άλλως η σκέψις αυτή να μεταβάλη τα ανέκαθεν δημοκρατικά μου φρονήματα, αφού τα εδραία στηρίγματα παντός Πολιτεύματος ήνε οι αριστοκράται του πνεύματος και της καρδίας.

 

Ο προπάππος μου Γιώργος ήταν ληστής και ζούσε στο χωριό Δαύλεια της Βοιωτίας. Καταγόταν από το σκέλος της οικογενείας μας που κατοικούσε (κι ακόμα κατοικεί) στην ευρύτερη περιοχή της ανατολικής Ρούμελης. (Ενα άλλο, μάλλον το μεγαλύτερο, κομμάτι της οικογένειας της οποίας η μακρινή καταγωγή είναι από την Ήπειρο ζούσε στην δυτική Ρούμελη, κυρίως γύρω από το Μεσολόγγι.) Ο πατέρας του προπάππου μου, ο Γιάννης, ήταν κι αυτός ληστής, και σκοτώθηκε στην Καμάρα όπου είχε πάει για μια ληστεία. Ο Γιώργος, γεννημένος το 1891, ήταν το πρώτο απ΄τα τρία παιδιά του Γιάννη, και είχε δύο μικρότερες αδερφες, τη Μαρία και τη Σοφία. Πριν σκοτωθεί σε ηλικία 38 ετών, ο Γιώργος έκανε εφτά παιδιά: πρώτη την Πολύτα, μετά την Παγώνα, τρίτο τον παππού μου Γιάννη (βαφτισμένο Γιαννακό), και μετά τη Σοφία, το Νίκο, το Σεραφείμ, και τελευταίο το Γιώργο, ο οποίος γεννήθηκε μετά το θάνατο του πατέρα του και γιαυτό πήρε και τόνομα του.

 

Εδώ θέλω να καταγράψω μερικά στοιχεία και περιστατικά από τη ζωή του προπάππου μου, όπως μου τα διηγήθηκε ο παππούς μου τον Αύγουστο του 2001.

 

 

ΓΕΝΙΚΑ

 

Ο προπάππος μου Γιώργος ήταν χασάπης στο επάγγελμα, αλλά η μάλλον καθοριστική του ιδιότητα ήταν ότι ήταν κλέφτης και με τη σύχρονη έννοια αλλά και μεκείνη της εποχής του. Το χασάπικο που ήταν και ψησταριά με 2-3 τραπέζια λειτουργούσε μόνο τα Σαββατοκύριακα. Την υπόλοιπη βδομάδα φρόντιζε τα ζώα του κι έκλεβε και ζωντανά από άλλους τσοπάνηδες. Όχι απλώς έκλεβε, αλλά κυκλοφορούσε και με την εμφάνιση των τότε ληστών: Μαύρη πουκαμίσα με άσπρο πουκάμισο από μέσα, μαύρη φουστανέλα, μαύρο παντελόνι, και τσαρούχια. Και βέβαια οπλοφορούσε. Είχε πάντα, λένε, μαζί του ένα μαχαίρι που το δικαιολογούσε ως εργαλείο της τω νόμω δουλείας του κι ένα πιστόλι. Είχε κι ένα πέτσινο ταγάρι κεντημένο απέξω με πούλιες, μέσα στο οποίο είχε μια χρυσή κούπα χωρίς χέρι, ένα κομπολόι, και μια κεχριμπαρένια πίπα για τον αργιλέ. (Όταν σκοτώθηκε, ο παππούς μου έκρυψε το ταγάρι του πατέρα του μαζί με το περιεχόμενο του μέσα σένα τοίχο του κατωγιού του σπιτιού τους για να μη χαθεί. Έκτοτε ξέχασε την ακριβή του θέση και δεν έχει καταφέρει να το ξαναβρεί.)

 

Ο Γιώργος ήταν από νεαρή ηλικία καταζητούμενος για ληστεία για ζωοκλοπές και παράνομη οπλοφορία αλλά οι χωροφύλακες της περιοχής τον φοβούνταν και δεν τολμούσαν, όχι απλώς να τον συλλάβουν, αλλά ούτε καν να του ζητήσουν να κυκλοφορεί χωρίς το πιστόλι. Όταν έμπαινε στο καφενείο του χωριού έβαζε το πιστόλι επιδεικτικά πάνω στο τραπέζι, κι αν τύχαινε να έρθουν χωροφύλακες προς το καφενείο άλλαζαν δρόμο για να μην γελοιοποιηθούν λόγω του φόβου τους απέναντι στον ληστή. Ενδεικτικό του πόσο επικίνδυνος θεωρούνταν από τις αρχές ο Γιώργος Κοντογιάννης είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την εφημερίδα Ελεύθερον Βήμα, που στο φύλλο της 21ης Φεβρουαρίου του 1925 έχει το εξής σύντομο δημοσίευμα:

 

                         Ο ΑΜΝΗΣΤΕΥΘΕΙΣ ΛΗΣΤΗΣ

 

Παρουσιάσθη χθές ενώπιον τού αντιεισηγητού τού στρατοδικείου κ. Τουρνάπη ο αμνηστευθείς ληστής Παναγάκος και εξητάσθη [] ανεκρινόμενος κατέθεσε ότι παρά του ιατρού Καλή έλαβεν ώς λύτρα 100 χιλιάδας δρχ. []

 

Και παρά την ομολογία του:

 

Ο Παναγάκος αφέθη ελεύθερος [] υποσχεθείς ότι θα καταβάλη προσπαθείας πρός εξόντωσιν τών ληστών Κοντογιάννη και Κοτσαδάμ, οι οποίοι λυμαίνονται τήν Βοιωτίαν.

 

Αυτόν το γιατρό Καλή μέχρι και σήμερα τον θυμούνται οι γέροι στη Δαύλεια, κι έχει φήμη άθλιου ανθρώπου. Λένε, για παράδειγμα, πως πρώτα πληρωνόταν και μετά εξέταζε τον άρρωστο. Αν δεν είχες αρκετά λεφτά σάφηνε να πεθάνεις. Ο ίδιος, δε, λέγεται πως ήταν πάμπλουτος. Ο παππούς μου όποτε τον αναφέρει τον αποκαλεί ο χειρούργος ο Καλής απτη Λειβαδιά, ο φραγκοφονιάς.

 

Σύμφωνα με τον παππού μου, πολλές φορές είχαν προτείνει οι αρχές στον προπάππου μου να παραδοθεί και να αφοπλιστεί με αντάλλαγμα να πάρει αμνηστεία. Κι αυτός απαντούσε πως Στη σημερινη κοινωνία δύο πράγματα μετράνε. Ή να έχεις πάρα πολλά λεφτά, ή να σε φοβούνται. Εγώ έχω το δεύτερο.

 

Από τις διηγήσεις του παππού μου αλλά κι από μαρτυρίες που θυμάται ο πατέρας μου απόταν ήταν μικρός, φαίνεται πως ο Γιώργος Κοντογιάννης ήταν ένα είδος Έλληνα Ρομπέν των Δασών. Πάντοτε όταν έκλεβε αλλονών αρνιά, πρόβατα, κλπ, ένα απτα ζώα το μοίραζε στους φτωχούς, τους πάμπτωχους, οι οποίοι δεν έβρισκαν αλλιώς κρέας να φάνε. Δε, μέχρι σήμερα λένε πως εκείνη την εποχή ποτέ δεν άφησε φτωχό στη Δαύλεια να περάσει Πάσχα ή Χριστούγεννα χωρίς κρέας. Επίσης αγαπούσε πολύ τα παιδιά του, και πάση θυσία (συχνά βέβαια εις βάρος άλλων) φρόντιζε να μην τους λείπει τίποτα.

 

Είχε φίλους ληστές σε όλα τα χωριά της γύρω περιοχής, μέχρι και σε χωριά κοντά στην Αθήνα. Έκλεβαν λοιπόν οι ληστές ζωντανά ο ένας από την περιοχή του άλλου για να μην μπορούν να αναγνωριστούν. Μέχρι και άλογα από τη Σερβία λένε πως έφερναν κλεμμένα, και τα πούλαγαν στα μέρη τους. Λέγεται πως ο μόνος τρόπος για να αποκαλυφθεί ο κλέφτης, ήταν να του ζητήσει ο ιδιοκτήτης των κλεψιμέικων να πάρει όρκο πως δεν τάκλεψε. Αυτός μπορεί να αρνούνταν την κλοπή, αλλά ποτέ δεν θα δεχόταν να ορκιστεί σε εκκλησία. Γιαυτό το λόγο (σύμφωνα με τον παππού μου) οι ληστές προσπαθούσαν και να μην εμφανίζονται ποτέ σε δικαστήρια.

 

 

Η ΛΗΣΤΕΙΑ ΤΟΥ ΓΙΑΤΡΟΥ ΚΑΛΗ

 

Ο προπάππος μου μαζί μένα φίλο του ληστή, τον Παναγιώτη το Λαζάρου απτο Κυριάκι, έστειλαν ενα σημείωμα στο γιατρό Καλή, το οποίο έλεγε (λόγια του παππού μου): Στείλε μας τόσα λεφτά, αλλιώς το κεφάλι σου πάει περίπατο. Το σημείωμα το σφράγησαν με την ξύλινη σφραγίδα του προπάππου μου, οποία έγραφε Κοντογιάννης, Βασιλεύς των Ορέων. Όταν πήγαν να εισπράξουν τα λύτρα τους συνέλαβαν και τους μετέφεραν να δικαστούν στην Άμφισα. Ο μεν Λαζάρου καταδικάστηκε σε 18 χρόνια φυλακή, ο δε Κοντογιάννης αθωώθηκε βάσει της κατάθεσης του ηγουμένου από το μοναστήρι του Προφήτη Ηλία στους Δελφούς, ο οποίος απαίτησε από το δικαστήριο ο Κοντογιάννης να αθωωθεί!

 

 

ΟΙ ΦΥΛΑΚΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ

 

Είχε κλειστεί και δύο φορές φυλακή, μία φορά στην Άμφισα και μια στα παλιά παραπήγματα στην Αθήνα. Εκεί ο διευθηντής των φυλακών ενας Τάκης Σακελαρίου του κατάσχεσε το μαχαίρι, κι όταν βγήκε στη σύνταξη το κράτησε. Ο Σακελαριού είχε μια φιλική οικογένεια στη Δαύλεια, την οικογένεια του Αντώνη του Στουρνάρα. Όταν ο γιος του Αντώνη, ο Θανάσης, υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία στην Αθήνα, επισκέφτηκε τον Σακελαρίου, και κατά τη διάρκεια της επίσκεψης είδε το παλιό μαχαίρι του Κοντογιάννη να το χρησημοποιούν για να κόψουν πάγο. Ο Θανάσης μετέφερε την ιστορία αυτή στον παππού μου κι αυτός του μήνυσε να πάρει άλλο μαχαίρι για τον πάγο και να επιστρέψει το Κοντογιανναίικο σεκείνον. Έτσι, μέχρι σήμερα το μαχαίρι έχει μείνει ως κειμήλιο στα χέρια της οικογένειας.

 

 

ΤΟ ΠΑΛΑΤΙ

 

Το πιο συγκλονιστικό περιστατικό που μου διηγήθηκε ο παππούς μου, και μου φαίνεται πως φωτίζει μερικές σημαντικές πτυχές του χαρακτήρα του προπάππου μου, είναι το εξής. Κάποια στιγμή, λίγο αφού το δημοκρατικό κόμμα του Βενιζέλου είχε κερδίσει τις εκλογές, ο προπάππος μου μαζί με έναν άλλο ληστή, τον Καραθανάση απτην Αράχωβα, πήγαν και έβαλαν φωτιά στο παλάτι στο Τατόι για να κάψουν το βασιλιά. Η επιχείρηση όχι απλώς απέτυχε, αλλά μάλιστα συνελλήφθησαν οι δύο ληστές και κατηγορήθηκαν για εμπρησμό και απόπειρα δολοφονίας. Το Δημοκρατικό Κόμμα όμως που βρισκόταν τότε στην κυβέρνηση έδειξε μεγάλη επιείκεια, ή μάλλον κατανόηση, και για να γλυτώσει τους δύο ληστές από τη φυλακή (και πιθανότατα και τη θανατική ποινή), τους έβγαλε τρελλούς και παρασκηνιακά τους συνέστησε να μείνουν για τρεις μήνες σένα τρελλοκομείο. Έτσι κι έγινε, και μετά από τους τρεις αυτούς μήνες επέστρεψαν και οι δύο και συνέχισαν την προηγούμενη ζωή τους.

 

 

Ο ΑΔΟΞΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ

 

Την 1η Σεπτεμβρίου του 1929 γινόταν στο χωριό Στείρι της Βοιωτίας, όπως κάθε χρόνο μέχρι σήμερα, πανηγύρι. Ο προπάππος μου βρισκόταν στο πανηγύρι, κι εκεί τον πλησίασε ο χωροφύλακας του χωριού και τον ρώτησε αν οπλοφορεί. Εκείνος τούπε πως έχει ένα μαχαίρι της δουλειάς, κι ο χωροφύλακας τον ρώτησε αν έχει και πιστόλι. Όχι, είπε ψέματα ο Γιώργος. Φεύγοντας όμως αργά τη νύχτα, ένας απτους φίλους του τον ρώτησε, δε θα μας χαιρετίσεις;. Έβγαλε λοιπόν ο Γιώργος το πιστόλι από το ταγάρι κι έριξε τρεις πιστολιές στον αέρα. Αύτος ήταν ο χαιρετισμός.

 

Ο χωροφύλακας παρεξηγήθηκε που τούχε πει ψέματα ο Κοντογιάννης, και τον κυνήγησε με το αυτοκίνητό του. Κατά τη διάρκεια της καταδίωξης, προσπαθώντας να πυροβολήσει, λένε, το αυτοκίνητο του Κοντογιάννη στα λάστιχα, κι ενώ εκείνο έπεσε σε μια ξερορεματιά, αντί για τα λάστιχα μια σφαίρα του χωροφύλακα διαπέρασε το κεφάλι του προπάππου μου και βγήκε από το μέτωπό του, φυσικά σκοτώνοντάς τον.

 

 

 

 

Ευχαριστώ πολύ την Ιωάννα Γρυπάρη για τη βοήθειά της

 στη μετατροπή του κειμένου στα ελληνικά.

Γ.Κ.